κλειδί
•
- μικρό μεταλλικό αντικείμενο που ανοίγει ή κλείνει μια κλειδαριά σε πόρτα, συρτάρι, κλπ. Βικιλεξικό
- κρίσιμο στοιχείο, πχ. για τη λύση ενός προβλήματος ή την κατανόηση μιας κατάστασης Βικιλεξικό
- εργαλείο για βίδωμα ή ξεβίδωμα βιδών ή εξαρτημάτων μηχανισμών Βικιλεξικό
- μουσικήσημείο που γράφεται στην αρχή του πενταγράμμου και δείχνει τη γραμμή όπου γράφεται η ομώνυμη νότα Βικιλεξικό
- το κλειδί του σολ σημειώνεται στη δεύτερη γραμμή
- μουσικήεξαρτήματα έγχορδου μουσικού οργάνου που χρησιμοποιούνται για το χόρδισμά του Βικιλεξικό
- ναυτικός όρος: προσθαφαιρετό τμήμα αλυσίδας, ιδιαίτερα της καδένας της άγκυρας Βικιλεξικό
- ο χειροκίνητος ή ηλεκτρικός μοχλός αλλαγής κατεύθυνσης σιδηροδρομικής γραμμής Βικιλεξικό
- πληροφορικήπαράμετρος ενός αλγορίθμου για την κρυπτογράφηση ή αποκρυπτογράφηση Βικιλεξικό
- πληροφορικήτιμή (πχ. κωδικός αριθμός) μοναδική για τον εντοπισμό συγκεκριμένης οντότητας (πχ. εγγραφής, τιμής) μέσα σε μια δομή δεδομένων (πχ. αρχείο) Βικιλεξικό
- βάσεις δεδομένωντο υποψήφιο κλειδί Βικιλεξικό
- Δεν μπορεί η τιμή ενός γνωρίσματος που είναι κλειδί ή μέρος ενός κλειδιού (για σύνθετα κλειδιά) να έχει την τιμή NULL
- Δείτε επίσης στις βάσεις δεδομένων τους όρους : εξωτερικό κλειδί ή ξένο κλειδί, πρωτεύον κλειδί ή κύριο κλειδί, σύνθετο κλειδί, υπερκλειδί
Ετυμολογία
κλειδί < μεσαιωνική ελληνική κλειδί(ν) < αρχαία ελληνική κλειδίον, υποκοριστικό του κλείς < πρωτοελληνική *klāwī́ds < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kleh₂us (μέσο ασφάλισης / κλειδώματος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλειδί | κλειδιά |
| Γενική | κλειδιού | κλειδιών |
| Αιτιατική | κλειδί | κλειδιά |
| Κλητική | κλειδί | κλειδιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →