Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλειδί

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μικρό μεταλλικό αντικείμενο που ανοίγει ή κλείνει μια κλειδαριά σε πόρτα, συρτάρι, κλπ. Βικιλεξικό
  2. κρίσιμο στοιχείο, πχ. για τη λύση ενός προβλήματος ή την κατανόηση μιας κατάστασης Βικιλεξικό
  3. εργαλείο για βίδωμα ή ξεβίδωμα βιδών ή εξαρτημάτων μηχανισμών Βικιλεξικό
  4. μουσικήσημείο που γράφεται στην αρχή του πενταγράμμου και δείχνει τη γραμμή όπου γράφεται η ομώνυμη νότα Βικιλεξικό
    • το κλειδί του σολ σημειώνεται στη δεύτερη γραμμή
  5. μουσικήεξαρτήματα έγχορδου μουσικού οργάνου που χρησιμοποιούνται για το χόρδισμά του Βικιλεξικό
  6. ναυτικός όρος: προσθαφαιρετό τμήμα αλυσίδας, ιδιαίτερα της καδένας της άγκυρας Βικιλεξικό
  7. ο χειροκίνητος ή ηλεκτρικός μοχλός αλλαγής κατεύθυνσης σιδηροδρομικής γραμμής Βικιλεξικό
  8. πληροφορικήπαράμετρος ενός αλγορίθμου για την κρυπτογράφηση ή αποκρυπτογράφηση Βικιλεξικό
  9. πληροφορικήτιμή (πχ. κωδικός αριθμός) μοναδική για τον εντοπισμό συγκεκριμένης οντότητας (πχ. εγγραφής, τιμής) μέσα σε μια δομή δεδομένων (πχ. αρχείο) Βικιλεξικό
  10. βάσεις δεδομένωντο υποψήφιο κλειδί Βικιλεξικό
    • Δεν μπορεί η τιμή ενός γνωρίσματος που είναι κλειδί ή μέρος ενός κλειδιού (για σύνθετα κλειδιά) να έχει την τιμή NULL
    • Δείτε επίσης στις βάσεις δεδομένων τους όρους : εξωτερικό κλειδί ή ξένο κλειδί, πρωτεύον κλειδί ή κύριο κλειδί, σύνθετο κλειδί, υπερκλειδί

Ετυμολογία

κλειδί < μεσαιωνική ελληνική κλειδί(ν) < αρχαία ελληνική κλειδίον, υποκοριστικό του κλείς < πρωτοελληνική *klāwī́ds < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kleh₂us (μέσο ασφάλισης / κλειδώματος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκλειδίκλειδιά
Γενικήκλειδιούκλειδιών
Αιτιατικήκλειδίκλειδιά
Κλητικήκλειδίκλειδιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →