μυστικισμός
•
- φιλοσοφίαφιλοσοφική θεωρία που πρεσβεύει την προσέγγιση του θείου και του υπέρτατου όντος απευθείας και αδιαμεσολάβητα, με ενόραση και έκσταση, χωρίς τη μεσολάβηση του λογικού ή των αισθήσεων Βικιλεξικό
- Ἔτσι στήν ὀρθόδοξο Ἄνατολη, ὁ ἀσκητισμός δέν εἶναι νοητός χωρίς τόν μυστικισμό, οὔτε ὁ μυστικισμός χωρίς τήν ἡσυχία καί τόν ἀσκητισμό. Ὁ μυστικισμός εἶναι ἡ ἀνωτάτη καί ἀνέφικτη καί ὑπέργεια ἔκφανση τῆς φιλοσοφικῆς σκέψεως καί τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως (Αθανάσιος Ι. Δεληκωστόπουλος, Ορθοδοξία: Η σύγχρονη πρόκληση, Β΄ έκδοση, 1986, σελ. 56)
- συνεκδοχικάμυστικοπάθεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυστικισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική mysticisme < mystique < αρχαία ελληνική μυστικός < μύστης + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μυστικισμός | μυστικισμοί |
| Γενική | μυστικισμού | μυστικισμών |
| Αιτιατική | μυστικισμό | μυστικισμούς |
| Κλητική | μυστικισμέ | μυστικισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →