Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μυστικιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον μυστικισμό ή τον μυστικιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μυστικιστικός < μυστικιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμυστικιστικόςμυστικιστικήμυστικιστικό
Γενικήμυστικιστικούμυστικιστικήςμυστικιστικού
Αιτιατικήμυστικιστικόμυστικιστικήμυστικιστικό
Κλητικήμυστικιστικέμυστικιστικήμυστικιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμυστικιστικοίμυστικιστικέςμυστικιστικά
Γενικήμυστικιστικώνμυστικιστικώνμυστικιστικών
Αιτιατικήμυστικιστικούςμυστικιστικέςμυστικιστικά
Κλητικήμυστικιστικοίμυστικιστικέςμυστικιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →