μυστικιστικός
•
- που έχει σχέση με τον μυστικισμό ή τον μυστικιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυστικιστικός < μυστικιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μυστικιστικός | μυστικιστική | μυστικιστικό |
| Γενική | μυστικιστικού | μυστικιστικής | μυστικιστικού |
| Αιτιατική | μυστικιστικό | μυστικιστική | μυστικιστικό |
| Κλητική | μυστικιστικέ | μυστικιστική | μυστικιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μυστικιστικοί | μυστικιστικές | μυστικιστικά |
| Γενική | μυστικιστικών | μυστικιστικών | μυστικιστικών |
| Αιτιατική | μυστικιστικούς | μυστικιστικές | μυστικιστικά |
| Κλητική | μυστικιστικοί | μυστικιστικές | μυστικιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →