μυστικότητα
•
- η ιδιότητα του μυστικού Βικιλεξικό
- η προσπάθεια να κρατηθεί κάτι μυστικό Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τὰ συχαρίκια, [διήγημα], (1894) @papadiamantis.org, (Τὰ συχαρίκια στη Βικιθήκη)
Ετυμολογία
μυστικότητα < (καθαρεύουσα) μυστικότης < μυστικός + -ότης < αρχαία ελληνική μυστικός < μύστης < μυέω / μυῶ < μύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *meue-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μυστικότητα | μυστικότητες |
| Γενική | μυστικότητας | μυστικοτήτων |
| Αιτιατική | μυστικότητα | μυστικότητες |
| Κλητική | μυστικότητα | μυστικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →