Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Μυτιληνιός

/mi.ti.liˈɲos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πατριδωνυμικόο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την πόλη Μυτιλήνη και κατ΄ επέκταση από την Λέσβο. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Μυτιληνιός < Μυτιλήν(η) + -ιός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΜυτιληνιόςΜυτιληνιοί
ΓενικήΜυτιληνιούΜυτιληνιών
ΑιτιατικήΜυτιληνιόΜυτιληνιούς
ΚλητικήΜυτιληνιέΜυτιληνιοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →