μωλωπίζω
•
- προκαλώ μώλωπες σε κάποιον χτυπώντας τον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μωλωπίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μώλωψ + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μωλωπίζω | μωλωπίζεις | μωλωπίζει | μωλωπίζουμε | μωλωπίζετε | μωλωπίζουν / μωλωπίζουνε |
| Παρατατικός | μωλώπιζα | μωλώπιζες | μωλώπιζε | μωλωπίζαμε | μωλωπίζατε | μωλωπίζαν / μωλωπίζανε / μωλώπιζαν |
| Αόριστος | μωλώπισα | μωλώπισες | μωλώπισε | μωλωπίσαμε | μωλωπίσατε | μωλωπίσαν / μωλωπίσανε / μωλώπισαν |
| Μέλλοντας | θα μωλωπίζω / θα μωλωπίσω | θα μωλωπίζεις / θα μωλωπίσεις | θα μωλωπίζει / θα μωλωπίσει | θα μωλωπίζουμε / θα μωλωπίσουμε | θα μωλωπίζετε / θα μωλωπίσετε | θα μωλωπίζουν / θα μωλωπίζουνε / θα μωλωπίσουν / θα μωλωπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μωλωπίσει | έχεις μωλωπίσει | έχει μωλωπίσει | έχουμε μωλωπίσει | έχετε μωλωπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μωλωπίσει | είχες μωλωπίσει | είχε μωλωπίσει | είχαμε μωλωπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μωλωπίσει / να μωλωπίζω / να μωλωπίσω | να έχεις μωλωπίσει / να μωλωπίζεις / να μωλωπίσεις | να έχει μωλωπίσει / να μωλωπίζει / να μωλωπίσει | να έχουμε μωλωπίσει / να μωλωπίζουμε / να μωλωπίσουμε | να έχετε μωλωπίσει / να μωλωπίζετε / να μωλωπίσετε | να μωλωπίζουν / να μωλωπίζουνε / να μωλωπίσουν / να μωλωπίσουνε |
| Προστακτική | — | μωλώπιζε / μωλώπισε | — | — | μωλωπίζετε / μωλωπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →