μόνωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μονώνω, η κάλυψη με ειδικά υλικά, ώστε να υπάρχει προστασία αλλά και να εμποδίζεται η κυκλοφορία ή απώλεια (κατά περίσταση της θερμότητας, της υγρασίας, του ήχου, του ηλεκτρισμού κ.λπ. Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο σύνολο των μονωτικών υλικών που χρησιμοποιούνται στην ως άνω διαδικασία Βικιλεξικό
- η απομόνωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μόνωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μόνωσις (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική isolation / isolement )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μόνωση | μονώσεις |
| Γενική | μόνωσης | μονώσεων |
| Αιτιατική | μόνωση | μονώσεις |
| Κλητική | μόνωση | μονώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →