Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μόνωση

/ˈmo.no.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μονώνω, η κάλυψη με ειδικά υλικά, ώστε να υπάρχει προστασία αλλά και να εμποδίζεται η κυκλοφορία ή απώλεια (κατά περίσταση της θερμότητας, της υγρασίας, του ήχου, του ηλεκτρισμού κ.λπ. Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάτο σύνολο των μονωτικών υλικών που χρησιμοποιούνται στην ως άνω διαδικασία Βικιλεξικό
  3. η απομόνωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μόνωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μόνωσις (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική isolation / isolement )

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμόνωσημονώσεις
Γενικήμόνωσηςμονώσεων
Αιτιατικήμόνωσημονώσεις
Κλητικήμόνωσημονώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →