μονώνω
•
- εφαρμόζω μόνωση σε μια επιφάνεια, π.χ. επαλείφοντάς την ή επιστρώνοντάς την με μονωτικό υλικό Βικιλεξικό
- φέτος πρέπει να μονώσουμε την ταράτσα
Ετυμολογία
μονώνω < αρχαία ελληνική μονόω / μονῶ < μόνος (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική isoler. Διαφορετική η μεσαιωνική ελληνική μονῶ (μένω μόνος))
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μονώνω | μονώνεις | μονώνει | μονώνουμε | μονώνετε | μονώνουν / μονώνουνε |
| Παρατατικός | μόνωνα | μόνωνες | μόνωνε | μονώναμε | μονώνατε | μονώναν / μονώνανε / μόνωναν |
| Αόριστος | μόνωσα | μόνωσες | μόνωσε | μονώσαμε | μονώσατε | μονώσαν / μονώσανε / μόνωσαν |
| Μέλλοντας | θα μονώνω / θα μονώσω | θα μονώνεις / θα μονώσεις | θα μονώνει / θα μονώσει | θα μονώνουμε / θα μονώσουμε | θα μονώνετε / θα μονώσετε | θα μονώνουν / θα μονώνουνε / θα μονώσουν / θα μονώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μονώσει | έχεις μονώσει | έχει μονώσει | έχουμε μονώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μονώσει | είχες μονώσει | είχε μονώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μονώσει / να μονώνω / να μονώσω | να έχεις μονώσει / να μονώνεις / να μονώσεις | να έχει μονώσει / να μονώνει / να μονώσει | να έχουμε μονώσει / να μονώνουμε / να μονώσουμε | να μονώνετε / να μονώσετε | να μονώνουν / να μονώνουνε / να μονώσουν / να μονώσουνε |
| Προστακτική | — | μόνωνε / μόνωσε | — | — | μονώνετε / μονώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μονώθηκαμονώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →