μόρφωμα
•
- ό,τι έχει λάβει πλέον μια οριστική μορφή μέσα σ' ένα σύνολο Βικιλεξικό
- κοινωνικός σχηματισμός με κοινά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (συνήθως δεν ταυτίζεται απόλυτα με συγκεκριμένη κοινωνική τάξη, όμως προκύπτουν στατιστικοί συσχετισμοί) Βικιλεξικό
- Το νέο κόμμα αποτελεί ένα ιδιότυπο πολιτικό μόρφωμα.
- Έτσι ας συστηματοποιήσουμε εννοιακά τα νέα στοιχεία του καπιταλιστικού μορφώματος, που είναι η διαμόρφωση ενός πνεύματος τεχνολογισμού και ορθολογισμού μεθοδολογικής και φιλοσοφικής απολυτότητας, θεσμικά - πολιτικά, κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας, που ονομάστηκε κακώς δημοκρατία. (Κώστας Καλοκαιρινός, Πρόταση ιστορικής ανάλυσης της σύγχρονης πολιτισμικά κατάστασης, εφημ. Αυγή, 3/07/2013 https://www.avgi.gr/politiki/58464_protasi-istorikis-analysis-tis-syghronis-politismika-katastasis?amp)
- ιατρικήσχηματισμός μέσα σε όργανο ή ιστό του οποίου ο ιστός που διαφέρει από τον περιβάλλοντα Βικιλεξικό
- μόρφωμα σφαιρικό κυστικό, μεγέθους μανταρινιού
- μόρφωμα ακανόνιστο συμπαγές με μέγιστο μήκος 5 cm
Ετυμολογία
μόρφωμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μόρφωμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μόρφωμα | μορφώματα |
| Γενική | μορφώματος | μορφωμάτων |
| Αιτιατική | μόρφωμα | μορφώματα |
| Κλητική | μόρφωμα | μορφώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →