Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μόρφωμα

/ˈmoɾ.fo.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ό,τι έχει λάβει πλέον μια οριστική μορφή μέσα σ' ένα σύνολο Βικιλεξικό
  2. κοινωνικός σχηματισμός με κοινά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (συνήθως δεν ταυτίζεται απόλυτα με συγκεκριμένη κοινωνική τάξη, όμως προκύπτουν στατιστικοί συσχετισμοί) Βικιλεξικό
    • Το νέο κόμμα αποτελεί ένα ιδιότυπο πολιτικό μόρφωμα.
    • Έτσι ας συστηματοποιήσουμε εννοιακά τα νέα στοιχεία του καπιταλιστικού μορφώματος, που είναι η διαμόρφωση ενός πνεύματος τεχνολογισμού και ορθολογισμού μεθοδολογικής και φιλοσοφικής απολυτότητας, θεσμικά - πολιτικά, κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας, που ονομάστηκε κακώς δημοκρατία. (Κώστας Καλοκαιρινός, Πρόταση ιστορικής ανάλυσης της σύγχρονης πολιτισμικά κατάστασης, εφημ. Αυγή, 3/07/2013 https://www.avgi.gr/politiki/58464_protasi-istorikis-analysis-tis-syghronis-politismika-katastasis?amp)
  3. ιατρικήσχηματισμός μέσα σε όργανο ή ιστό του οποίου ο ιστός που διαφέρει από τον περιβάλλοντα Βικιλεξικό
    • μόρφωμα σφαιρικό κυστικό, μεγέθους μανταρινιού
    • μόρφωμα ακανόνιστο συμπαγές με μέγιστο μήκος 5 cm

Ετυμολογία

μόρφωμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μόρφωμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμόρφωμαμορφώματα
Γενικήμορφώματοςμορφωμάτων
Αιτιατικήμόρφωμαμορφώματα
Κλητικήμόρφωμαμορφώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →