Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μόρφωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κανείς μορφωμένος, να έχει αποκτήσει πολλές γνώσεις και πνευματική καλλιέργεια Βικιλεξικό
    • Στα δεκαεπτά της ήταν απόφοιτος σχολαρχείου. Με τη μόρφωση αυτή, που ήταν σπάνιο εφόδιο για ένα κορίτσι της εποχής, δούλεψε ως οικοδιδασκάλισσα για αρκετά χρόνια στο σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας της Μακεδονίας. Ενώ, ταυτόχρονα, μάζευε χρήματα για την προίκα της. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκη, 2014)
    • Βασιζόταν στην καλή του εμφάνιση και στην όμορφη κορμοστασιά του, στους εκλεπτυσμένους τρόπους του και στην αξιοπρεπή του μόρφωση για να κερδίσει όσα ήθελε, και σπάνια απογοητευόταν. Παρ' όλα αυτά, δεν έβρισκε ησυχία.

Ετυμολογία

μόρφωση < ελληνιστική κοινή μόρφωσις < μορφόω / μορφῶ (δίνω μορφή) < αρχαία ελληνική μορφή ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Bildung)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμόρφωσημορφώσεις
Γενικήμόρφωσηςμορφώσεων
Αιτιατικήμόρφωσημορφώσεις
Κλητικήμόρφωσημορφώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →