απομόρφωση
•
- νεολογισμόςη μείωση των ευκαιριών ή δυνατοτήτων μόρφωσης και η σταδιακά μειωμένη μόρφωση από γενιά σε γενιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομόρφωση < απο- + μόρφωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απομόρφωση | απομορφώσεις |
| Γενική | απομόρφωσης | απομορφώσεων |
| Αιτιατική | απομόρφωση | απομορφώσεις |
| Κλητική | απομόρφωση | απομορφώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →