μόχλευση
•
- φυσικήη ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού μοχλεύω Βικιλεξικό
- Χρησιμοποιούν την αρχή της μόχλευσης για να σηκώνουν αντικείμενα που ειδάλλως δεν θα μπορούσαν να σηκώσουν.
- μεταφορικάη ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού μοχλεύω Βικιλεξικό
- Καλό θα ήταν εμείς, ως κατά τεκμήριο «αδύναμο» έθνος, να αναγνωρίσουμε και να ενεργοποιήσουμε την όποια διαπραγματευτική μόχλευση διαθέτουμε, το συντομότερο. (Σ. Βολιώτης, «Η διαπραγματευτική μόχλευση». Εφημ. Η Καθημερινή (Αθήνα), 12 Οκτ. 2012)
- οικονομίαη ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού μοχλεύω Βικιλεξικό
- Ο «αστραφτερός» νέος τρόπος λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος περιλαμβάνει την υψηλή μόχλευση. (Ανώνυμος, «Η ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος». Εφημ. Η Καθημερινή (Αθήνα), 19 Οκτ. 2008)
Ετυμολογία
μόχλευση < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μοχλεύω < μοχλός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μόχλευση | μοχλεύσεις |
| Γενική | μόχλευσης | μοχλεύσεων |
| Αιτιατική | μόχλευση | μοχλεύσεις |
| Κλητική | μόχλευση | μοχλεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →