μύδρος
•
- πέτρωμα σε τήξη που τινάζεται από ηφαίστειο Βικιλεξικό
- παρωχημένοβλήμα πυροβόλου όπλου παλαιότερης εποχής (βλήμα ολμοβόλου, οβίδα κανονιού) Βικιλεξικό
- μεταφορικάέντονη κριτική Βικιλεξικό
- ο λυκειάρχης εξαπέλυσε μύδρους εναντίον των μαθητών
Ετυμολογία
μύδρος < αρχαία ελληνική μύδρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μύδρος | μύδροι |
| Γενική | μύδρου | μύδρων |
| Αιτιατική | μύδρο | μύδρους |
| Κλητική | μύδρε | μύδροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →