μύλη
•
- λόγιομυλόπετρα Βικιλεξικό
- λόγιοχειροκίνητος μύλος Βικιλεξικό
- τεχνολογίατροχός που χρησιμεύει στο ακόνισμα ή τη λείανση αντικειμένων Βικιλεξικό
- ανατομίατο μέρος ενός δοντιού που προεξέχει απ’ τα ούλα Βικιλεξικό
- ανατομίαστρογγυλό οστό στην επιγονατίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μύλη < (ελληνιστική κοινή) (4) < αρχαία ελληνική μύλη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *melh₂- (αλέθω, συνθλίβω) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική meule)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μύλη | μύλες |
| Γενική | μύλης | μυλών |
| Αιτιατική | μύλη | μύλες |
| Κλητική | μύλη | μύλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →