μύλος
•
- το οικοδόμημα όπου γίνεται η άλεση καρπών Βικιλεξικό
- η βιομηχανική ή βιοτεχνική εγκατάσταση - εργαστήριο όπου γίνεται άλεση καρπών Βικιλεξικό
- το αντικείμενο που χρησιμοποιείται κυρίως στην κουζίνα για την άλεση διάφορων σπόρων ή καρπών όπως πιπέρι, καφές, πατάτα, ντομάτα κ.α., κλειστού ή ανοικτού τύπου Βικιλεξικό
- για να γίνει πιο πηχτή η σούπα, περάστε τα λαχανικά από το μύλο
- η μηχανή παραγωγής κιμά (κρεατομηχανή) Βικιλεξικό
- το κυλινδρικό τμήμα ενός περίστροφου, όπου μπαίνουν οι σφαίρες Βικιλεξικό
- ο παλαιότερος τύπος φυσιγγιοθήκης οπλοπολυβόλων Βικιλεξικό
- ο πτερωτός μηχανισμός του ανεμόπτερου Βικιλεξικό
- ο εξωτερικός μηχανικός εξοπλισμός καπνοδόχου Βικιλεξικό
- μεταφορικάμια πολύ μπερδεμένη κατάσταση Βικιλεξικό
- με αυτόν έχουμε γίνει μύλος
- η μεγάλη ψυχαγωγική κατασκευή - διάταξη σε λούνα παρκ, η ρόδα Βικιλεξικό
- η μικρή οριζόντια περιστροφική κατασκευή ψυχαγωγίας παιδιών Βικιλεξικό
- παιχνίδιπαιδικό παιχνίδι προσχολικής ηλικίας «ανεμόμυλος», το φουρφούρι Βικιλεξικό
- παιχνίδιτο ξύλινο περιστροφικό παιχνίδι παραγωγής ήχου, κρόταλο, (ροκάνα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μύλος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μύλος < αρχαία ελληνική μύλη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *melh₂- (αλέθω, συνθλίβω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μύλος | μύλοι |
| Γενική | μύλου | μύλων |
| Αιτιατική | μύλο | μύλους |
| Κλητική | μύλε | μύλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →