Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νάρθηκας

/ˈnaɾ.θi.kas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αρχιτεκτονικήχώρος στην είσοδο των χριστιανικών ναών, ο οποίος στους πρωτοχριστιανικούς αιώνες προοριζόταν για τους κατηχούμενους Βικιλεξικό
    • Ἐσωτερικά ὁ μακρόστενος χῶρος τοῦ νάρθηκα διαρθρώνεται μὲ ἀντικριστές παραστάδες σὲ μικρότερους χώρους στεγασμένους μὲ καμάρες καὶ τυφλοὺς τρούλλους (πίν. 2α), ποὺ διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ ἄρρυθμη ποικιλία (Αγάπη Βασιλάκη-Καρακατσάνη, Οι τοιχογραφίες της Όμορφης Εκκλησίας στην Αθήνα, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρείας, 1971, σελ. 5)
  2. ιατρικήμέσο για την ακινητοποίηση ενός άκρου που έχει υποστεί ελαφρό κάταγμα· συνήθως αποτελείται από γύψο που αγκαλιάζει τη μισή περίμετρο του σκέλους και δένεται με επίδεσμο Βικιλεξικό
    • Είχε πέσει από το μηχανάκι του πατέρα του, που το είχε πάρει στα κρυφά για βόλτα, και είχε σπάσει χέρι και πόδι. Το χέρι το είχε σε νάρθηκα, αλλά το πόδι του είχε πάθει μεγάλο στραπάτσο και έπρεπε, λέει, να χειρουργηθεί. Θα του έβαζαν στο πόδι μια λάμα ή κάποιο άλλο μαραφέτι. (Μαρούλα Κλιάφα, Η ιστορία ενός νεαρού gamer, εκδ. Πατάκης, 2025)

Ετυμολογία

νάρθηκας < αρχαία ελληνική νάρθηξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνάρθηκαςνάρθηκες
Γενικήνάρθηκαναρθήκων
Αιτιατικήνάρθηκανάρθηκες
Κλητικήνάρθηκανάρθηκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →