νάρκωση
•
- ιατρικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ναρκώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νάρκωση < αρχαία ελληνική νάρκωσις < ναρκόω / ναρκῶ < νάρκη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)nerq- < *(s)ner- (γυρίζω, στρέφω) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική narcose)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νάρκωση | ναρκώσεις |
| Γενική | νάρκωσης | ναρκώσεων |
| Αιτιατική | νάρκωση | ναρκώσεις |
| Κλητική | νάρκωση | ναρκώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →