ναρκώνω
•
- φέρνω κάποιον σε κατάσταση νάρκης ή υπνηλίας Βικιλεξικό
- αυτή η σιγανή μουσική με ναρκώνει
- οι απαγωγείς νάρκωσαν το θύμα τους με μια υπνωτική ένεση
- ιατρικήχορηγώ σε κάποιον αναισθητική ουσία πριν από χειρουργική επέμβαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναρκώνω < ελληνιστική κοινή ναρκόω / ναρκῶ < αρχαία ελληνική νάρκη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)nerq- < *(s)ner- (γυρίζω, στρέφω) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική narcose)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ναρκώνω | ναρκώνεις | ναρκώνει | ναρκώνουμε | ναρκώνετε | ναρκώνουν / ναρκώνουνε |
| Παρατατικός | νάρκωνα | νάρκωνες | νάρκωνε | ναρκώναμε | ναρκώνατε | νάρκωναν / ναρκώναν / ναρκώνανε |
| Αόριστος | νάρκωσα | νάρκωσες | νάρκωσε | ναρκώσαμε | ναρκώσατε | νάρκωσαν / ναρκώσαν / ναρκώσανε |
| Μέλλοντας | θα ναρκώνω / θα ναρκώσω | θα ναρκώνεις / θα ναρκώσεις | θα ναρκώνει / θα ναρκώσει | θα ναρκώνουμε / θα ναρκώσουμε | θα ναρκώνετε / θα ναρκώσετε | θα ναρκώνουν / θα ναρκώνουνε / θα ναρκώσουν / θα ναρκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ναρκώσει | έχεις ναρκώσει | έχει ναρκώσει | έχουμε ναρκώσει | έχετε ναρκώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ναρκώσει | είχες ναρκώσει | είχε ναρκώσει | είχαμε ναρκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ναρκώσει / να ναρκώνω / να ναρκώσω | να έχεις ναρκώσει / να ναρκώνεις / να ναρκώσεις | να έχει ναρκώσει / να ναρκώνει / να ναρκώσει | να έχουμε ναρκώσει / να ναρκώνουμε / να ναρκώσουμε | να έχετε ναρκώσει / να ναρκώνετε / να ναρκώσετε | να ναρκώνουν / να ναρκώνουνε / να ναρκώσουν / να ναρκώσουνε |
| Προστακτική | — | νάρκωνε / νάρκωσε | — | — | ναρκώνετε / ναρκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →