νέρωμα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νερώνω, η προσθήκη νερού σε κάποιο υγρό προς αραίωσή του, νόθευση ή ελάττωση της έντασής του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νέρωμα < νερώ(νω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νέρωμα | νερώματα |
| Γενική | νερώματος | νερωμάτων |
| Αιτιατική | νέρωμα | νερώματα |
| Κλητική | νέρωμα | νερώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →