νερώνω
•
- προσθέτω νερό σε κάποιο υγρό προς αραίωσή του, νόθευση ή ελάττωση της έντασής του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νερώνω < νερ(ό) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νερώνω | νερώνεις | νερώνει | νερώνουμε | νερώνετε | νερώνουν / νερώνουνε |
| Παρατατικός | νέρωνα | νέρωνες | νέρωνε | νερώναμε | νερώνατε | νέρωναν / νερώναν / νερώνανε |
| Αόριστος | νέρωσα | νέρωσες | νέρωσε | νερώσαμε | νερώσατε | νέρωσαν / νερώσαν / νερώσανε |
| Μέλλοντας | θα νερώνω / θα νερώσω | θα νερώνεις / θα νερώσεις | θα νερώνει / θα νερώσει | θα νερώνουμε / θα νερώσουμε | θα νερώνετε / θα νερώσετε | θα νερώνουν / θα νερώνουνε / θα νερώσουν / θα νερώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω νερώσει | έχεις νερώσει | έχει νερώσει | έχουμε νερώσει | έχετε νερώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νερώσει | είχες νερώσει | είχε νερώσει | είχαμε νερώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νερώσει / να νερώνω / να νερώσω | να έχεις νερώσει / να νερώνεις / να νερώσεις | να έχει νερώσει / να νερώνει / να νερώσει | να έχουμε νερώσει / να νερώνουμε / να νερώσουμε | να έχετε νερώσει / να νερώνετε / να νερώσετε | να νερώνουν / να νερώνουνε / να νερώσουν / να νερώσουνε |
| Προστακτική | — | νέρωνε / νέρωσε | — | — | νερώνετε / νερώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →