νέτος
•
- που δεν έχει να αναμιχθεί με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- που έχει ολοκληρώσει την εργασία του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νέτος < μεσαιωνική ελληνική νέτος < βενετική netar < ιταλική netto (καθαρο.ς) < λατινική nitidus (λαμπερός) < niteo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *nei (λάμπω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νέτος | νέτα / νέτη | νέτο |
| Γενική | νέτου | νέτης | νέτου |
| Αιτιατική | νέτο | νέτη | νέτο |
| Κλητική | νέτε | νέτη | νέτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νέτοι | νέτες | νέτα |
| Γενική | νέτων | νέτων | νέτων |
| Αιτιατική | νέτους | νέτες | νέτα |
| Κλητική | νέτοι | νέτες | νέτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →