νετάρω
•
- παρωχημένοτελειώνω, αποτελειώνω, ξεμπερδεύω, εξοφλώ Βικιλεξικό
- παρωχημένοεξαντλώ Βικιλεξικό
- φωτογραφίαρυθμίζω κατάλληλα το φακό φωτογραφικής ή κινηματογραφικής μηχανής για να είναι ευκρινής η εικόνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νετάρω < μεσαιωνική ελληνική νετάρω < βενετική netar < ιταλική netto < λατινική nitidus < niteo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *nei (λάμπω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →