Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νήνεμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου δεν επηρεάζεται από άνεμο, σε νηνεμία ή άπνοια Βικιλεξικό
  2. κυριολεκτικάαπάγκιος, απάνεμος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάγαλήνιος, ατάραχος, ήσυχος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νήνεμος < αρχαία ελληνική νήνεμος < νη- + ἄνεμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνήνεμοςνήνεμηνήνεμο
Γενικήνήνεμουνήνεμηςνήνεμου
Αιτιατικήνήνεμονήνεμηνήνεμο
Κλητικήνήνεμενήνεμηνήνεμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνήνεμοινήνεμεςνήνεμα
Γενικήνήνεμωννήνεμωννήνεμων
Αιτιατικήνήνεμουςνήνεμεςνήνεμα
Κλητικήνήνεμοινήνεμεςνήνεμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →