Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νηνεμία

/ni.neˈmi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. άνεμοςη κατάσταση κατά την οποία δεν πνέει καθόλου άνεμος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάγαλήνη, απουσία συγκρούσεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νηνεμία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νηνεμία < νη- + ἄνεμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνηνεμίανηνεμίες
Γενικήνηνεμίαςνηνεμιών
Αιτιατικήνηνεμίανηνεμίες
Κλητικήνηνεμίανηνεμίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →