να
•
- χρησιμεύει για να δείξουμε κάτι Βικιλεξικό
- Να το βιβλίο που σου 'λεγα.
- — Νά την! ἐφώνησε, προλαβών, ὁ γέρων, περίλυπος καὶ ἀγανακτῶν· δεικνύων δὲ αὐτὴν εἰς τοὺς ἄλλους: — Πλησιάσατε, κύριοι λογιώτατοι, νὰ ἰδῆτε, προσέθηκε μετ’ εἰρωνίας καὶ θριάμβου. Τὰ βλέπετε; Ἄβουλα καὶ οὐδαμῶς τῶν Ἀργείων: Κουκοῦτσι μυαλὸ δὲν ἔχουν οἱ Ἀργεῖοι! Νά, χάλια! Εἶνε νὰ τὸ ὑποφέρῃ κανείς; Τί αἶσχος καὶ τί καταδίκη! Ὁρίστε τόρα καὶ μὴ ἐντρέπεσθε, μὴ κοκκινίζετε, μὴ ἀγανακτῆτε, ἂν μπορῆτε! Δὲν σᾶς τὰ ἔλεγα ἐγώ;
- συνοδευόμενο από ένα ή δύο χέρια με όλα τα δάχτυλα ανοιχτά, σημαίνει βρισιά] (παλιότερα κακή ευχή) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
να (μόριο) (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική νά < αρχαία ελληνική ἤν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →