Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ναρκαλιεία

/naɾ.ka.liˈi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εύρεση, αναγνώριση, μάζεμα και η αδρανοποίηση ναρκών από ένα ναρκοπέδιο Βικιλεξικό
    • Ήταν η εποχή που οι ελληνικές θάλασσες ήταν γεμάτες από ναρκοπέδια, γερμανικά και ιταλικά (τα τελευταία μεγαλύτερα και περισσότερα). Γινόταν τότε εντατική ναρκαλιεία, για να καθαρίσουν τα νερά μας από τον ύπουλο εχθρό. Η εργασία αυτή ήταν αργή, κουραστική, γεμάτη κινδύνους. (Νίκος Α. Σταθάκης, Αμόνι και αρμύρα Αθηνά, 1983, σελ. 123)

Ετυμολογία

ναρκαλιεία < νάρκ(η) + αλιεία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήναρκαλιείαναρκαλιείες
Γενικήναρκαλιείαςναρκαλιειών
Αιτιατικήναρκαλιείαναρκαλιείες
Κλητικήναρκαλιείαναρκαλιείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →