ναρκαλιευτής
•
- ναυτικός όροςστρατιωτικός τεχνικός ειδικευμένος στην ανίχνευση και εξουδετέρωση των ναρκών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναρκαλιευτής < νάρκη + αλιεύω + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ναρκαλιευτής | ναρκαλιευτές |
| Γενική | ναρκαλιευτή | ναρκαλιευτών |
| Αιτιατική | ναρκαλιευτή | ναρκαλιευτές |
| Κλητική | ναρκαλιευτή | ναρκαλιευτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →