ναρκοσυλλέκτης
•
- στρατιωτικός όροςστρατιωτικός τεχνικός ειδικευμένος στην ανίχνευση και εξουδετέρωση των ναρκών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναρκοσυλλέκτης < νάρκ(η) + -ο- + συλλέκτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ναρκοσυλλέκτης | ναρκοσυλλέκτες |
| Γενική | ναρκοσυλλέκτη | ναρκοσυλλεκτών |
| Αιτιατική | ναρκοσυλλέκτη | ναρκοσυλλέκτες |
| Κλητική | ναρκοσυλλέκτη | ναρκοσυλλέκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →