ναρκοθέτηση
•
- στρατιωτικός όροςη τοποθέτηση ναρκών σε μία περιοχή Βικιλεξικό
- μεταφορικάη υπονόμευση μιας ενέργειας ή προσπάθειας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναρκοθέτηση < ναρκοθετώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ναρκοθέτηση | ναρκοθετήσεις |
| Γενική | ναρκοθέτησης | ναρκοθετήσεων |
| Αιτιατική | ναρκοθέτηση | ναρκοθετήσεις |
| Κλητική | ναρκοθέτηση | ναρκοθετήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →