ναρκοθετώ
•
- στρατιωτικός όροςβάζω νάρκες σε κάποια περιοχή Βικιλεξικό
- μεταφορικάυπονομεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναρκοθετώ < νάρκη + -ο- + -θετώ (<αρχαία ελληνική τίθημι) ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική mine)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ναρκοθετώ | ναρκοθετείς | ναρκοθετεί | ναρκοθετούμε | ναρκοθετείτε | ναρκοθετούν / ναρκοθετούνε |
| Παρατατικός | ναρκοθετούσα | ναρκοθετούσες | ναρκοθετούσε | ναρκοθετούσαμε | ναρκοθετούσατε | ναρκοθετούσαν / ναρκοθετούσανε |
| Αόριστος | ναρκοθέτησα | ναρκοθέτησες | ναρκοθέτησε | ναρκοθετήσαμε | ναρκοθετήσατε | ναρκοθέτησαν / ναρκοθετήσαν / ναρκοθετήσανε |
| Μέλλοντας | θα ναρκοθετήσω / θα ναρκοθετώ | θα ναρκοθετήσεις / θα ναρκοθετείς | θα ναρκοθετήσει / θα ναρκοθετεί | θα ναρκοθετήσουμε / θα ναρκοθετούμε | θα ναρκοθετήσετε / θα ναρκοθετείτε | θα ναρκοθετήσουν / θα ναρκοθετήσουνε / θα ναρκοθετούν / θα ναρκοθετούνε |
| Παρακείμενος | έχω ναρκοθετήσει | έχεις ναρκοθετήσει | έχει ναρκοθετήσει | έχουμε ναρκοθετήσει | έχετε ναρκοθετήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ναρκοθετήσει | είχες ναρκοθετήσει | είχε ναρκοθετήσει | είχαμε ναρκοθετήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ναρκοθετήσει / να ναρκοθετήσω / να ναρκοθετώ | να έχεις ναρκοθετήσει / να ναρκοθετήσεις / να ναρκοθετείς | να έχει ναρκοθετήσει / να ναρκοθετήσει / να ναρκοθετεί | να έχουμε ναρκοθετήσει / να ναρκοθετήσουμε / να ναρκοθετούμε | να έχετε ναρκοθετήσει / να ναρκοθετήσετε / να ναρκοθετείτε | να ναρκοθετήσουν / να ναρκοθετήσουνε / να ναρκοθετούν / να ναρκοθετούνε |
| Προστακτική | — | ναρκοθέτει / ναρκοθέτησε | — | — | ναρκοθετήστε / ναρκοθετείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →