ναωνύμιο
•
- ονομασία ναού, εκκλησίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναωνύμιο < να(ός) + -ωνύμιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ναωνύμιο | ναωνύμια |
| Γενική | ναωνυμίου / ναωνύμιου | ναωνυμίων / ναωνύμιων |
| Αιτιατική | ναωνύμιο | ναωνύμια |
| Κλητική | ναωνύμιο | ναωνύμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →