νεοκλασικισμός
•
- τέχνηπολιτισμικό, αισθητικό και καλλιτεχνικό ευρωπαϊκό κίνημα ή τάση, που μιμείται το ύφος και την τεχνική των κλασικών δημιουργημάτων ανανεώνοντας τον κλασικισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεοκλασικισμός < γαλλική néoclassicisme < γαλλική classicisme < classique < λατινική classicus < classis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kelh₁- (καλώ). Μορφολογικά αναλύεται σε νεο- + κλασικισμός.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεοκλασικισμός | νεοκλασικισμοί |
| Γενική | νεοκλασικισμού | νεοκλασικισμών |
| Αιτιατική | νεοκλασικισμό | νεοκλασικισμούς |
| Κλητική | νεοκλασικισμέ | νεοκλασικισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →