Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεοκλασικισμός

/ne.o.kla.si.ciˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τέχνηπολιτισμικό, αισθητικό και καλλιτεχνικό ευρωπαϊκό κίνημα ή τάση, που μιμείται το ύφος και την τεχνική των κλασικών δημιουργημάτων ανανεώνοντας τον κλασικισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεοκλασικισμός < γαλλική néoclassicisme < γαλλική classicisme < classique < λατινική classicus < classis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kelh₁- (καλώ). Μορφολογικά αναλύεται σε νεο- + κλασικισμός.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνεοκλασικισμόςνεοκλασικισμοί
Γενικήνεοκλασικισμούνεοκλασικισμών
Αιτιατικήνεοκλασικισμόνεοκλασικισμούς
Κλητικήνεοκλασικισμένεοκλασικισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →