Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεοφασισμός

/ne.o.fa.siˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πολιτικήσύγχρονη μορφή ή εκδοχή του φασισμού Βικιλεξικό
    • Άθελα λοιπόν, ο νεοφιλελευθερισμός (στο βαθμό που επιμένει στα μνημόνια) ανοίγει το δρόμο στο νεοφασισμό. (εφημερίδα Το Βήμα)

Ετυμολογία

νεοφασισμός < νεο- + φασισμός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική neofascism ή ιταλική neofascismo ή γαλλική néofascisme)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνεοφασισμόςνεοφασισμοί
Γενικήνεοφασισμούνεοφασισμών
Αιτιατικήνεοφασισμόνεοφασισμούς
Κλητικήνεοφασισμένεοφασισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →