νεοφερμένος
•
- που πρόσφατα τον έχουν φέρει ή έχει έρθει κάπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεοφερμένος < νεο- + φερμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φέρνω < μεσαιωνική ελληνική φέρνω < αρχαία ελληνική φέρω
Άλλοι τύποι
νεοφερμένανεοφερμένενεοφερμένεςνεοφερμένηνεοφερμένηςνεοφερμένονεοφερμένοινεοφερμένοςνεοφερμένουνεοφερμένουςνεοφερμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →