φέρνω
•
- μεταφέρω κάτι, υλικό ή άυλο, για κάποιον Βικιλεξικό
- Σας έφερα την εφημερίδα σας.
- Οι όμορφες σερβιτότες φέρνουν πελάτες.
- Τι νέα μας έφερες;
- μεταφορικάοδηγώ κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη θέση, κατάσταση Βικιλεξικό
- Τα νέα μάς έφεραν σε αδιέξοδο.
- μεταφορικάπροκαλώ κατάσταση ή συναίσθημα Βικιλεξικό
- Μια χελιδόνα δεν φέρνει την άνοιξη.
- Οι εξελίξεις έφεραν μεγάλη αναστάτωση.
- εκφράζω, προβάλλω, προτείνω Βικιλεξικό
- Συνέχεια μας φέρνει νέες δικαιολογίες.
- Όχι που δεν θα έφερνες αντίρρηση εσύ.
- πετυχαίνω Βικιλεξικό
- Έφερα εξάρες (η ζαριά στο τάβλι)
- Έφερε ισοπαλία.
- αποφέρω Βικιλεξικό
- Οι επενδύσεις μας τελικά έφεραν κέρδη.
- προφορικόμοιάζω σε κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
- Φέρνει λιγάκι στον πατέρα του.
- Η γεύση φέρνει προς το γλυκό.
- φέρω Βικιλεξικό
- Φέρνει την ευθύνη για το περιστατικό.
- μαθηματικάσχηματίζω Βικιλεξικό
- Φέρνει την ευθεία ΑΒ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φέρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φέρνω < αρχαία ελληνική φέρω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φέρνω | φέρνεις | φέρνει | φέρνουμε | φέρνετε | φέρνουν / φέρνουνε |
| Παρατατικός | έφερνα | έφερνες | έφερνε | φέρναμε | φέρνατε | έφερναν / φέρναν / φέρνανε |
| Αόριστος | έφερα | έφερες | έφερε | φέραμε | φέρατε | έφεραν / φέραν / φέρανε |
| Μέλλοντας | θα φέρνω / θα φέρω | θα φέρεις / θα φέρνεις | θα φέρει / θα φέρνει | θα φέρνουμε / θα φέρουμε | θα φέρετε / θα φέρνετε | θα φέρνουν / θα φέρνουνε / θα φέρουν / θα φέρουνε |
| Παρακείμενος | έχω φέρει | έχεις φέρει | έχει φέρει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φέρει | είχες φέρει | είχε φέρει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φέρει / να φέρνω / να φέρω | να έχεις φέρει / να φέρεις / να φέρνεις | να έχει φέρει / να φέρει / να φέρνει | να φέρνουμε / να φέρουμε | να φέρετε / να φέρνετε | να φέρνουν / να φέρνουνε / να φέρουν / να φέρουνε |
| Προστακτική | — | έχε φερμένο / φέρε / φέρνε | — | — | φέρνετε / φέρτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →