Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φέρνω

/ˈfeɾ.no/ρήμα
•
  1. μεταφέρω κάτι, υλικό ή άυλο, για κάποιον Βικιλεξικό
    • Σας έφερα την εφημερίδα σας.
    • Οι όμορφες σερβιτότες φέρνουν πελάτες.
    • Τι νέα μας έφερες;
  2. μεταφορικάοδηγώ κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη θέση, κατάσταση Βικιλεξικό
    • Τα νέα μάς έφεραν σε αδιέξοδο.
  3. μεταφορικάπροκαλώ κατάσταση ή συναίσθημα Βικιλεξικό
    • Μια χελιδόνα δεν φέρνει την άνοιξη.
    • Οι εξελίξεις έφεραν μεγάλη αναστάτωση.
  4. εκφράζω, προβάλλω, προτείνω Βικιλεξικό
    • Συνέχεια μας φέρνει νέες δικαιολογίες.
    • Όχι που δεν θα έφερνες αντίρρηση εσύ.
  5. πετυχαίνω Βικιλεξικό
    • Έφερα εξάρες (η ζαριά στο τάβλι)
    • Έφερε ισοπαλία.
  6. αποφέρω Βικιλεξικό
    • Οι επενδύσεις μας τελικά έφεραν κέρδη.
  7. προφορικόμοιάζω σε κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
    • Φέρνει λιγάκι στον πατέρα του.
    • Η γεύση φέρνει προς το γλυκό.
  8. φέρω Βικιλεξικό
    • Φέρνει την ευθύνη για το περιστατικό.
  9. μαθηματικάσχηματίζω Βικιλεξικό
  10. Φέρνει την ευθεία ΑΒ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φέρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φέρνω < αρχαία ελληνική φέρω.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφέρνωφέρνειςφέρνειφέρνουμεφέρνετεφέρνουν / φέρνουνε
Παρατατικόςέφερναέφερνεςέφερνεφέρναμεφέρνατεέφερναν / φέρναν / φέρνανε
Αόριστοςέφεραέφερεςέφερεφέραμεφέρατεέφεραν / φέραν / φέρανε
Μέλλονταςθα φέρνω / θα φέρωθα φέρεις / θα φέρνειςθα φέρει / θα φέρνειθα φέρνουμε / θα φέρουμεθα φέρετε / θα φέρνετεθα φέρνουν / θα φέρνουνε / θα φέρουν / θα φέρουνε
Παρακείμενοςέχω φέρειέχεις φέρειέχει φέρει———
Υπερσυντέλικοςείχα φέρειείχες φέρειείχε φέρει———
Υποτακτικήνα έχω φέρει / να φέρνω / να φέρωνα έχεις φέρει / να φέρεις / να φέρνειςνα έχει φέρει / να φέρει / να φέρνεινα φέρνουμε / να φέρουμενα φέρετε / να φέρνετενα φέρνουν / να φέρνουνε / να φέρουν / να φέρουνε
Προστακτική—έχε φερμένο / φέρε / φέρνε——φέρνετε / φέρτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →