νεράντζι
•
- φρούτοκαρπός της νεραντζιάς Βικιλεξικό
- Συχνά τα νεράντζια γίνονται «όπλα» στα χέρια των διαδηλωτών, αλλά είναι πιο χρήσιμα για μαρμελάδα! (Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 3/1/2010 enet.gr)
- Ναί, δέν εἶχε σπίτι, μαγειρεῖον, ἀχούρι, κατώγεον, δέν εἶχε καρτόφλια, κρέας, ἅλας, ἀχελώνας, στρείδια; δέν εἶχε λεμόνια, νεράντζια, καρύδια; (Του νέου Ῥόμπινσον συμβάντα. Συντεθέντα μέν εις Γερμανικόν ἰδίωμα [από τον Joachim Heinrich Campe], μεταφρασθέντα δε εις τήν ἁπλην ἡμών διάλεκτον παρά Κωνσταντίνου Δημητρίου Μπέλιου, τόμος Α΄, Εν Βιέννη Αουστρίας, 1792, σελ. 243 https://www.google.gr/books/edition/%CE%A4%CE%BF%CF%85_%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CF%85_%E1%BF%AC%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%BD%CF%83%CE%BF%CE%BD_%CF%83%CF%85/-SlkAAAAcAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%B1%22&pg=PA243&printsec=frontcover)
- γλυκόγλυκό του κουταλιού με κύριο συστατικό το νεράντζι Βικιλεξικό
- Ήρθε ωστόσο και ο δίσκος με το νεράντζι, ήρθε κι ο αναπόφευγος ο καφέςˈ (Αργύρης Εφταλιώτης, Τ' όμορφο το χωριό)
Ετυμολογία
νεράντζι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική νεράντζι(ον) < βενετική naranza (πορτοκάλι) < αραβική نارنج (nāranj) < περσική نارنگ (nārang) < σανσκριτική नारङ्ग (nāraṅga, πορτοκαλιά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεράντζι | νεράντζια |
| Γενική | νεραντζιού | νεραντζιών |
| Αιτιατική | νεράντζι | νεράντζια |
| Κλητική | νεράντζι | νεράντζια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →