Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεραντζούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δέντροχαϊδευτικά (υποκοριστικό) η νεραντζιά Βικιλεξικό
    • Κάτω στο γιαλό, κάτω στο περιγιάλι, κάτω στο γιαλό κοντή, νεραντζούλα φουντωτή (δημοτικό τραγούδι)

Ετυμολογία

νεραντζούλα < νεραντζ(ιά) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα και δείτε νεράντζι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνεραντζούλανεραντζούλες
Γενικήνεραντζούλας—
Αιτιατικήνεραντζούλανεραντζούλες
Κλητικήνεραντζούλανεραντζούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →