νεραντζούλα
•
- δέντροχαϊδευτικά (υποκοριστικό) η νεραντζιά Βικιλεξικό
- Κάτω στο γιαλό, κάτω στο περιγιάλι, κάτω στο γιαλό κοντή, νεραντζούλα φουντωτή (δημοτικό τραγούδι)
Ετυμολογία
νεραντζούλα < νεραντζ(ιά) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα και δείτε νεράντζι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεραντζούλα | νεραντζούλες |
| Γενική | νεραντζούλας | — |
| Αιτιατική | νεραντζούλα | νεραντζούλες |
| Κλητική | νεραντζούλα | νεραντζούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →