Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεραϊδοπαρμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που πάσχει από ψυχική νόσο, εμφανίζει παράλογη συμπεριφορά ή έχει χάσει την ακοή του ή τη λαλιά του Βικιλεξικό
    • (μεταφορικά) αιθεροβάμων και στον κόσμο του, άτομο που δεν έχει σαφή επίγνωση του περιβάλλοντός του ούτε επικοινωνεί πλήρως με αυτό χωρίς να έχει επίγνωση γι' αυτό κι εμφανίζει παράλογη ή παράδοξη συμπεριφορά

Ετυμολογία

νεραϊδοπαρμένος < νεράιδ(α) + -ο- + παρμένος / μετοχή παθητικού παρακειμένου νεραϊδοπαίρνω

Άλλοι τύποι

νεραϊδοπαρμένανεραϊδοπαρμένενεραϊδοπαρμένεςνεραϊδοπαρμένηνεραϊδοπαρμένηςνεραϊδοπαρμένονεραϊδοπαρμένοινεραϊδοπαρμένοςνεραϊδοπαρμένουνεραϊδοπαρμένουςνεραϊδοπαρμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →