Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παίρνω

/ˈpeɾ.no/ρήμα
•
  1. κινώ τα χέρια μου, ώστε να κρατάω ένα αντικείμενο που δεν κρατούσα, αρπάζω ή πιάνω κάτι Βικιλεξικό
    • Είναι καλό παιδί, παίρνει το σκουπίδι από το πάτωμα και το πετά στο καλάθι απορριμάτων.
  2. αποκτώ κάτι από κάποιον, το κατέχω Βικιλεξικό
    • Γιατί παίρνεις πάντα λαχανικά από το σουπερμάρκετ και όχι από τη λαϊκή;
    • Παίρνω τρεις βδομάδες άδεια το χρόνο ενώ ο φίλος μου ένα μήνα.
  3. λαμβάνω, γίνομαι παραλήπτης κάποιου πράγματος Βικιλεξικό
    • Παίρνει γράμμα από το στρατευμένο της αδερφό κάθε 2-3 μέρες.
  4. φέρνω, έχω κοντά μου όταν πάω κάπου Βικιλεξικό
    • Είναι λίγο ιδιόρρυθμος τύπος... π.χ. παίρνει το σκύλο μαζί του και στο γραφείο.
  5. προσλαμβάνω κάποιον για εργασία Βικιλεξικό
    • Ποιος θα με πάρει για τη θέση χωρίς να έχω επαγγελματική εμπειρία;
  6. για φάρμακοκαταπίνω, καταναλώνω Βικιλεξικό
    • Ο πατέρας μου παίρνει 5-6 χάπια κάθε μέρα, δεν ξέρω πως τα καταφέρνει έτσι.
  7. αντιλαμβάνομαι ή αντιμετωπίζω κάτι με ορισμένο τρόπο Βικιλεξικό
    • Παίρνει στα σοβαρά τις σπουδές της.
    • Μην το πάρεις προσωπικά, αλλά σε μισώ.
  8. υλοποιώ, πραγματοποιώ Βικιλεξικό
    • Η κυβέρνηση θα πάρει πιο τολμηρά μέτρα για τη μείωση της εγκληματικότητας.
  9. παντρεύομαι Βικιλεξικό
    • 1950 ⌘ Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Μαρία Πάρνη, 1950 [μυθιστόρημα], επανέκδοση του: «Ο προορισμός της Μαρίας Πάρνη» στην τριλογία Γερές και αδύναμες γενεές (1933)
  10. για συγκοινωνιακό μέσοτο χρησιμοποιώ για να μετακινηθώ Βικιλεξικό
    • Παίρνω το λεωφορείο για να πάω στη δουλειά.
  11. προφορικόκαλώ κάποιον τηλεφωνικά Βικιλεξικό
    • Εντάξει έχω δουλειά τώρα, θα σε πάρω αργότερα, έλα γεια.

Ετυμολογία

παίρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παίρνω < ἐπαίρνω < αρχαία ελληνική ἐπαίρω (υψώνω, εγείρω) < ἐπί (ἐπ-) + αἴρω (σηκώνω)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαίρνωπαίρνειςπαίρνειπαίρνουμεπαίρνετεπαίρνουν / παίρνουνε
Παρατατικόςέπαιρναέπαιρνεςέπαιρνεπαίρναμεπαίρνατεέπαιρναν / παίρναν / παίρνανε
Αόριστοςπήραπήρεςπήρεπήραμεπήρατεπήραν / πήρανε
Μέλλονταςθα πάρω / θα παίρνωθα πάρεις / θα παίρνειςθα πάρει / θα παίρνειθα πάρουμε / θα παίρνουμεθα πάρετε / θα παίρνετεθα πάρουν / θα πάρουνε / θα παίρνουν / θα παίρνουνε
Παρακείμενοςέχω πάρειέχεις πάρειέχει πάρει———
Υπερσυντέλικοςείχα πάρειείχες πάρειείχε πάρει———
Υποτακτικήνα έχω πάρει / να πάρω / να παίρνωνα έχεις πάρει / να πάρεις / να παίρνειςνα έχει πάρει / να πάρει / να παίρνεινα πάρουμε / να παίρνουμενα πάρετε / να παίρνετενα πάρουν / να πάρουνε / να παίρνουν / να παίρνουνε
Προστακτική—πάρε / παίρνε——πάρτε / παίρνετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

πάρθηκαπαίρνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →