παίρνω
•
- κινώ τα χέρια μου, ώστε να κρατάω ένα αντικείμενο που δεν κρατούσα, αρπάζω ή πιάνω κάτι Βικιλεξικό
- Είναι καλό παιδί, παίρνει το σκουπίδι από το πάτωμα και το πετά στο καλάθι απορριμάτων.
- αποκτώ κάτι από κάποιον, το κατέχω Βικιλεξικό
- Γιατί παίρνεις πάντα λαχανικά από το σουπερμάρκετ και όχι από τη λαϊκή;
- Παίρνω τρεις βδομάδες άδεια το χρόνο ενώ ο φίλος μου ένα μήνα.
- λαμβάνω, γίνομαι παραλήπτης κάποιου πράγματος Βικιλεξικό
- Παίρνει γράμμα από το στρατευμένο της αδερφό κάθε 2-3 μέρες.
- φέρνω, έχω κοντά μου όταν πάω κάπου Βικιλεξικό
- Είναι λίγο ιδιόρρυθμος τύπος... π.χ. παίρνει το σκύλο μαζί του και στο γραφείο.
- προσλαμβάνω κάποιον για εργασία Βικιλεξικό
- Ποιος θα με πάρει για τη θέση χωρίς να έχω επαγγελματική εμπειρία;
- για φάρμακοκαταπίνω, καταναλώνω Βικιλεξικό
- Ο πατέρας μου παίρνει 5-6 χάπια κάθε μέρα, δεν ξέρω πως τα καταφέρνει έτσι.
- αντιλαμβάνομαι ή αντιμετωπίζω κάτι με ορισμένο τρόπο Βικιλεξικό
- Παίρνει στα σοβαρά τις σπουδές της.
- Μην το πάρεις προσωπικά, αλλά σε μισώ.
- υλοποιώ, πραγματοποιώ Βικιλεξικό
- Η κυβέρνηση θα πάρει πιο τολμηρά μέτρα για τη μείωση της εγκληματικότητας.
- παντρεύομαι Βικιλεξικό
- 1950 ⌘ Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Μαρία Πάρνη, 1950 [μυθιστόρημα], επανέκδοση του: «Ο προορισμός της Μαρίας Πάρνη» στην τριλογία Γερές και αδύναμες γενεές (1933)
- για συγκοινωνιακό μέσοτο χρησιμοποιώ για να μετακινηθώ Βικιλεξικό
- Παίρνω το λεωφορείο για να πάω στη δουλειά.
- προφορικόκαλώ κάποιον τηλεφωνικά Βικιλεξικό
- Εντάξει έχω δουλειά τώρα, θα σε πάρω αργότερα, έλα γεια.
Ετυμολογία
παίρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παίρνω < ἐπαίρνω < αρχαία ελληνική ἐπαίρω (υψώνω, εγείρω) < ἐπί (ἐπ-) + αἴρω (σηκώνω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παίρνω | παίρνεις | παίρνει | παίρνουμε | παίρνετε | παίρνουν / παίρνουνε |
| Παρατατικός | έπαιρνα | έπαιρνες | έπαιρνε | παίρναμε | παίρνατε | έπαιρναν / παίρναν / παίρνανε |
| Αόριστος | πήρα | πήρες | πήρε | πήραμε | πήρατε | πήραν / πήρανε |
| Μέλλοντας | θα πάρω / θα παίρνω | θα πάρεις / θα παίρνεις | θα πάρει / θα παίρνει | θα πάρουμε / θα παίρνουμε | θα πάρετε / θα παίρνετε | θα πάρουν / θα πάρουνε / θα παίρνουν / θα παίρνουνε |
| Παρακείμενος | έχω πάρει | έχεις πάρει | έχει πάρει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πάρει | είχες πάρει | είχε πάρει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πάρει / να πάρω / να παίρνω | να έχεις πάρει / να πάρεις / να παίρνεις | να έχει πάρει / να πάρει / να παίρνει | να πάρουμε / να παίρνουμε | να πάρετε / να παίρνετε | να πάρουν / να πάρουνε / να παίρνουν / να παίρνουνε |
| Προστακτική | — | πάρε / παίρνε | — | — | πάρτε / παίρνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πάρθηκαπαίρνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →