νερομάνα
•
- λαϊκότροποπηγή με πολύ νερό Βικιλεξικό
- Εκείνη έγνεθε, νοικοκύρευε το σπίτι της και, όταν βράδιαζε, έπαιρνε τη στάμνα της και κατέβαινε, σαν τις άλλες γυναίκες του χωριού, στη νερομάνα, που από τότε λέγεται «Πηγή της Παρθένας». (Πηνελόπη Δέλτα, Η ζωή του Χριστού/Κεφάλαιο Β
Ετυμολογία
νερομάνα < νερο- + -μάνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νερομάνα | νερομάνες |
| Γενική | νερομάνας | — |
| Αιτιατική | νερομάνα | νερομάνες |
| Κλητική | νερομάνα | νερομάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →