Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεροφεγγιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λογοτεχνικόη αντανάκλαση του φωτός (του ήλιου ή της σελήνης) πάνω στην επιφάνεια του νερού Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας ⌘ Κοσμάς Πολίτης, 1888‑1974 Στου Χατζηφράγκου, [μυθιστόρημα], έτος αρχικής έκδοσης: 1963.

Ετυμολογία

νεροφεγγιά < νερο- + φέγγ(ω) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνεροφεγγιάνεροφεγγιές
Γενικήνεροφεγγιάςνεροφεγγιών
Αιτιατικήνεροφεγγιάνεροφεγγιές
Κλητικήνεροφεγγιάνεροφεγγιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →