νευροκαβαλίκεμα
•
- λαϊκότροπομπέρδεμα ή μετατόπιση κάποιων τενόντων ή μυών, απ’ τα οποία προκαλείται οξύς πόνος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νευροκαβαλίκεμα < νεύρο + -ο- + καβαλίκεμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νευροκαβαλίκεμα | νευροκαβαλικέματα |
| Γενική | νευροκαβαλικέματος | νευροκαβαλικεμάτων |
| Αιτιατική | νευροκαβαλίκεμα | νευροκαβαλικέματα |
| Κλητική | νευροκαβαλίκεμα | νευροκαβαλικέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →