νεύρο
•
- ανατομίαλεπτός και επιμήκης κυλινδρικός ιστός που συνδέει τον εγκέφαλο με τα όργανα του σώματος, μεταφέροντας από αυτά τα ερεθίσματα που δέχονται και, αντίστροφα, μεταφέροντας προς αυτά τις εντολές που δίνει εγκέφαλος Βικιλεξικό
- ο τένοντας Βικιλεξικό
- λεπτές ίνες που διατρέχουν τα φύλλα και τους καρπούς των φυτών Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ζωτική δύναμη, η ζωντάνια Βικιλεξικό
- περπατούσε ζωηρά, με νεύρο
- μεταφορικάη κατάσταση που βιώνει κανείς όταν είναι εκνευρισμένος Βικιλεξικό
- σήμερα είμαι όλο νεύρα και δεν ξέρω τι μου φταίει
Ετυμολογία
νεύρο < αρχαία ελληνική νεῦρον (τένοντας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεύρο | νεύρα |
| Γενική | νεύρου | νεύρων |
| Αιτιατική | νεύρο | νεύρα |
| Κλητική | νεύρο | νεύρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →