νευρολογικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με την νευρολογία ή τον νευρολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- Η Δυσαναγνωσία είναι μία νευρολογικής φύσεως μαθησιακή δυσκολία η οποία εμποδίζει ειδικά την ικανότητα ενός ατόμου στην ανάγνωση. Ένα άτομο με δυσαναγνωσία τυπικά διαβάζει σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από το αναμενόμενο παρά την ύπαρξη τουλάχιστον μέσης νοημοσύνης.
Ετυμολογία
νευρολογικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική névrologique < névrologie < αρχαία ελληνική νεῦρον + λέγω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νευρολογικός | νευρολογική | νευρολογικό |
| Γενική | νευρολογικού | νευρολογικής | νευρολογικού |
| Αιτιατική | νευρολογικό | νευρολογική | νευρολογικό |
| Κλητική | νευρολογικέ | νευρολογική | νευρολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νευρολογικοί | νευρολογικές | νευρολογικά |
| Γενική | νευρολογικών | νευρολογικών | νευρολογικών |
| Αιτιατική | νευρολογικούς | νευρολογικές | νευρολογικά |
| Κλητική | νευρολογικοί | νευρολογικές | νευρολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →