Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νευρολογικός

/ne.vɾo.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την νευρολογία ή τον νευρολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • Η Δυσαναγνωσία είναι μία νευρολογικής φύσεως μαθησιακή δυσκολία η οποία εμποδίζει ειδικά την ικανότητα ενός ατόμου στην ανάγνωση. Ένα άτομο με δυσαναγνωσία τυπικά διαβάζει σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από το αναμενόμενο παρά την ύπαρξη τουλάχιστον μέσης νοημοσύνης.

Ετυμολογία

νευρολογικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική névrologique < névrologie < αρχαία ελληνική νεῦρον + λέγω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνευρολογικόςνευρολογικήνευρολογικό
Γενικήνευρολογικούνευρολογικήςνευρολογικού
Αιτιατικήνευρολογικόνευρολογικήνευρολογικό
Κλητικήνευρολογικένευρολογικήνευρολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνευρολογικοίνευρολογικέςνευρολογικά
Γενικήνευρολογικώννευρολογικώννευρολογικών
Αιτιατικήνευρολογικούςνευρολογικέςνευρολογικά
Κλητικήνευρολογικοίνευρολογικέςνευρολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →