Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νευρόσπαστο

/neˈvɾo.spa.sto/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κυριολεκτικάη μαριονέτα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάάνθρωπος χωρίς δική του βούληση Βικιλεξικό
    • Ἀγαπητὰ νευρόσπαστα, σᾶς κατευχαριστῶ, / σὲ καθεμιά μου προσταγὴ ἐσεῖς τὸ Ναί θὰ ’πῆτε· / τὴν παντοκρατορία μου σ’ ἐσᾶς τὴν χρεωστῶ, / καὶ τώρα σᾶς παρακαλῶ... νὰ μὲ ξεφορτωθῆτε. (Τρικούπης, στην εφημερίδα Ο Ρωμηός, τεύχος 1)
  3. μεταφορικάπολύ νευρικός και υπερκινητικός άνθρωπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νευρόσπαστο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή νευρόσπαστον, ουδέτερο του νευρόσπαστος (που κινείται με χορδές, νευρές)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνευρόσπαστονευρόσπαστα
Γενικήνευρόσπαστουνευρόσπαστων
Αιτιατικήνευρόσπαστονευρόσπαστα
Κλητικήνευρόσπαστονευρόσπαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →