νευρόσπαστο
•
- κυριολεκτικάη μαριονέτα Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος χωρίς δική του βούληση Βικιλεξικό
- Ἀγαπητὰ νευρόσπαστα, σᾶς κατευχαριστῶ, / σὲ καθεμιά μου προσταγὴ ἐσεῖς τὸ Ναί θὰ ’πῆτε· / τὴν παντοκρατορία μου σ’ ἐσᾶς τὴν χρεωστῶ, / καὶ τώρα σᾶς παρακαλῶ... νὰ μὲ ξεφορτωθῆτε. (Τρικούπης, στην εφημερίδα Ο Ρωμηός, τεύχος 1)
- μεταφορικάπολύ νευρικός και υπερκινητικός άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νευρόσπαστο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή νευρόσπαστον, ουδέτερο του νευρόσπαστος (που κινείται με χορδές, νευρές)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νευρόσπαστο | νευρόσπαστα |
| Γενική | νευρόσπαστου | νευρόσπαστων |
| Αιτιατική | νευρόσπαστο | νευρόσπαστα |
| Κλητική | νευρόσπαστο | νευρόσπαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →