Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νευρώδης

/neˈvro.ðis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εμφανίζεται πολύ ζωηρός και με μεγάλη ζωτικότητα Βικιλεξικό
    • Κοντή, νευρώδης καί μελαχρινή, μέ γαμψή μύτη, ἔκφυλο στόμα μέ ἀνοικονόμητες χειλάρες καί πράσινα γλαρά μάτια (Χρήστος Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί. Μυθιστόρημα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1993, σελ. 55)

Ετυμολογία

νευρώδης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νευρώδης (ισχυρός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνευρώδηςνευρώδηςνευρώδες
Γενικήνευρώδουςνευρώδουςνευρώδους
Αιτιατικήνευρώδηνευρώδηνευρώδες
Κλητικήνευρώδη / νευρώδηςνευρώδηςνευρώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνευρώδειςνευρώδειςνευρώδη
Γενικήνευρωδώννευρωδώννευρωδών
Αιτιατικήνευρώδειςνευρώδειςνευρώδη
Κλητικήνευρώδειςνευρώδειςνευρώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →