Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεωκόρος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαλαϊκός που έχει την ευθύνη για την καθαριότητα, την τάξη, την ασφάλεια και την λειτουργική ετοιμότητα ενός Ιερού Ναού Βικιλεξικό
    • Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη, 1915)

Ετυμολογία

νεωκόρος < νεώς (ή ναός) + κόρος (ή κούρος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνεωκόροςνεωκόροι
Γενικήνεωκόρουνεωκόρων
Αιτιατικήνεωκόρονεωκόρους
Κλητικήνεωκόρενεωκόροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →