Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεωτερικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του νεωτερικού Βικιλεξικό
    • Σε όλες τις δημοσκοπήσεις για τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του εικοστού αιώνα οι μοντερνιστές τείνουν να κατέχουν τα σκήπτρα, οδηγώντας μας στο συμπέρασμα ότι ο εικοστός αιώνας ανέδειξε και καθιέρωσε τον μοντερνισμό ως αισθητικό φαινόμενο, κατέδειξε όμως και την προβληματικότητα του νεωτερικού εγχειρήματος, που είχε τις απαρχές του στον Διαφωτισμό. Τι απομένει σήμερα από αυτό το εγχείρημα, όπως το συνέλαβε ο Χάμπερμας, πώς ορίζονται τα ιστορικά του όρια, πώς συντελείται η υπέρβαση της νεωτερικότητας. (* εφημερίδα Το Βήμα)

Ετυμολογία

νεωτερικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα νεωτερικότης (μαρτυρείται από το 1896). < (ελληνιστική κοινή) νεωτερικ(ός) + -ότητα : ως όρος φιλοσοφίας, κοινωνιολογίας < απόδοση για την αγγλική modern times

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνεωτερικότητανεωτερικότητες
Γενικήνεωτερικότηταςνεωτερικοτήτων
Αιτιατικήνεωτερικότητανεωτερικότητες
Κλητικήνεωτερικότητανεωτερικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →