νεωτερικός
•
- που έχει νέες απόψεις και αντιλήψεις, δέχεται και εφαρμόζει νέες μεθόδους και πρακτικές Βικιλεξικό
- Το έλλειμμα οικουμενικότητας της νεωτερικής ατομοκεντρικής παράδοσης τορπιλίζει την ιδεολογική της ηγεμονία επί των λοιπών παραδόσεων. (Παράδοση και εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα του 21ου αιώνα : εισηγήσεις συνεδρίου, Ταξιδευτές, 2006, σελ. 112)
Ετυμολογία
νεωτερικός < (ελληνιστική κοινή) < νέος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεωτερικός | νεωτερική | νεωτερικό |
| Γενική | νεωτερικού | νεωτερικής | νεωτερικού |
| Αιτιατική | νεωτερικό | νεωτερική | νεωτερικό |
| Κλητική | νεωτερικέ | νεωτερική | νεωτερικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεωτερικοί | νεωτερικές | νεωτερικά |
| Γενική | νεωτερικών | νεωτερικών | νεωτερικών |
| Αιτιατική | νεωτερικούς | νεωτερικές | νεωτερικά |
| Κλητική | νεωτερικοί | νεωτερικές | νεωτερικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →