νεόκοπος
•
- που τον έκοψαν πρόσφατα Βικιλεξικό
- που κόπηκε πρόσφατα, που πρόσφατα κυκλοφόρησε (για νόμισμα) Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαινούργιος, πρόσφατος Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου ασχολήθηκε πρόσφατα με κάποιο τομέα (εργασιακό, πολιτικό κ.λπ.), χωρίς να έχει αποκτήσει πείρα, αλλά παρ’ όλα αυτά ενίοτε αβάσιμα κομπάζει ότι τον γνωρίζει καλά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεόκοπος < αρχαία ελληνική νεόκοπος < νέος + κόπτω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεόκοπος | νεόκοπη | νεόκοπο |
| Γενική | νεόκοπου | νεόκοπης | νεόκοπου |
| Αιτιατική | νεόκοπο | νεόκοπη | νεόκοπο |
| Κλητική | νεόκοπε | νεόκοπη | νεόκοπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεόκοποι | νεόκοπες | νεόκοπα |
| Γενική | νεόκοπων | νεόκοπων | νεόκοπων |
| Αιτιατική | νεόκοπους | νεόκοπες | νεόκοπα |
| Κλητική | νεόκοποι | νεόκοπες | νεόκοπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →